ἅλς

ὁ ἅλς, ἁλός соль (ср. лат. sal; галогенный) ἡ ἅλς, ἁλός ['соленое'] море

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἅλς" в других словарях:

  • αλς — ἃλς (ἁλὸς) (Α) Ι. (ως αρσ. ἅλς, ο) 1. αλάτι 2. «ἁλὸς μέταλλον», ορυκτό αλάτι 3. άλμη, άρμη 4. πληθ. οἱ ἅλες α) αλυκή, β) πνεύμα, ευφυΐα, σπιρτάδα 5. φρ. «ἅλας συναλίσκω» δένομαι με δεσμό φιλίας, φιλοξενίας κ.λπ. «ἁλῶν δὲ φόρτος ἔνθεν ἦλθεν, ἔνθ… …   Dictionary of Greek

  • ἅλς — salt masc/fem nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλοῖν — ἅλς salt masc/fem gen/dat dual ἁ̱λοῖν , ἁλής thronged masc/fem/neut gen/dat dual (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλσί — ἅλς salt masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλσίν — ἅλς salt masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλί — ἅλς salt masc/fem dat sg ἁλίς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλῶν — ἅλς salt masc/fem gen pl ἁλή salt works fem gen pl ἁ̱λῶν , ἁλής thronged masc/fem/neut gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλός — ἅλς salt masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλα — ἅλς salt masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλε — ἅλς salt masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλες — ἅλς salt masc/fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.